Αρθρογραφία

Λόγος Κωστή Παλαμά για τον Καποδίστρια

Παλαμάς
Print Friendly, PDF & Email
“Συντρίμμια οι αλυσίδες της. Και τώρα
κι από τον άγιο Αγώνα της μαρτυρεμένη η χώρα,
τα στήθη χρυσαρμάτωτα και μπαρουτοκαμένα,
ξανοίγεται, και ολόμορφη και ολόγυμνη, η παρθένα
5
που έπλασε για του Μπότσαρη τον τάφο ένας τεχνίτης
με μοναχό της φόρεμα, σαν άυλο, το κορμί της.
Αλλ’ αν με μιαν αναλαμπή την πέτρα η γύμνια ντύνει
και για την τέχνη αν είν’ ο αφρός της ομορφιάς εκείνη,
γυμνό ξαναζωντάνεμα της ήταν πίκρα η μοίρα,
10
πάντα όνειρό της η παλιά βασιλικιά πορφύρα.
Τ’ αγίου τ’ Αγώνα ακόμα σφύριζαν τα βόλια.
Και τότε μέσα στα χλωρά του Πόρου περιβόλια
σ’ εσέ γυρίσαν οι Έλληνες το νου, και νέοι και γέροι,
κι από τις κιτρολεϊμονιές μοσκόβολο το αγέρι
15
μοσκόβολο το σκόρπισε στο Γένος τ’ όνομά σου.
Κι έφτασες. Κι έγειρε και φίλησε τα γόνατά σου
και η χώρα. Και γρικήθηκε η φωνή της τον αέρα
γιομίζοντας, πόνου φωνή και ανασασμού:
—Πατέρα!—
Κόσμου παλιού, καινούριου, λαοί που εμπρός τους πέρναε θάμα
20
του από αιώνες ματωμού το εφτάχρονο το δράμα
ύστερ’ από σκλαβιά καιρών, μοιρών ολονυχτία,
την ώρα που πρωτάκουσαν Ελλήνων Πολιτεία
ξαφνισμένοι ρωτούσανε: —Τάχα και η Σπάρτη να ’ναι;
Θήβα, οι καιροί, και, Αθήνα, οι μοίρες σάς ξαναγεννάνε;
25
Άμοιροι πόσο των εθνών κι εσείς οι κυβερνήτες,
άμοιροι ακόμα πιο πολύ κι αν είστε δικαιοκρίτες!
Μεγάλος όταν άνθρωπος, νους όταν θεοσταλμένος,
ή σοφός βαθυστόχαστος ή ψάλτης εμπνευσμένος
μεστώσει με των έργων του τον όγκο τον αιώνα,
30
τυχαίνει να προσκυνηθεί σαν εκκλησιάς εικόνα.
Μα ο φτόνος, αν, ματιάζοντάς τον, πόλεμο του στήσει,
και τα ψέματ’ ακάθαρτα και δολερά τα μίση,
τότε ο μεγάλος ο άνθρωπος κι ο νους ο θεοσταλμένος
του κόσμου αχάριστου μπορεί και απαρνητής να γίνει,
35
σ’ ερμιά να ζήσει και γωνιά μπορεί μοναχιασμένος,
τι του είναι χάρη η λησμονιά και Μούσα του η γαλήνη.
Καρδιά εκεί ό,τι τραγουδάς, ό,τι γεννάς, ω σκέψη,
πιο αγνή αρματώνει τα ομορφιά και πιο καθάρια βλέψη,
και η δόξα τους μακροζώητη λάμπει του ψήλου αστέρι·
40
δεν το ταράζει φύσημα και δεν το φτάνει χέρι.
Μα τέτοια για τους κύβερνους το ριζικό δε γράφει.
Δεν είναι η δόξα τους αστέρι· η δόξα τους χρυσάφι
γύρω στον ήλιο όταν αργά πάει να σβηστεί.
Σβήνετ’ ο ήλιος; Πάει κι αυτή.
45
Άμοιροι ακόμα πιο πολύ βασανισμένοι είν’ όσοι
λαών κύβερνοι, όποια δύναμη κι αν τους κινεί, όποια γνώση,
πόλεμος, πάντα πόλεμος, πότε στα ολανοιγμένα
πλάτια, και πότε σε χωσιές, μ’ όλους, με τον καθένα,
προδότρα τους η κούραση, καταλυτής ο τρόμος,
50
πιασμένο κάθε πέρασμα, κλεισμένος κάθε δρόμος,
και η μοναξιά, της φαντασίας Πυθία και Διοτίμα,
κυβερνητών εθνοπλαστών η μοναξιά, το μνήμα!
Στην Αγορά όποιος Περικλής, όσο κι αν είναι μάγο
το ανάστημά του, μάχεται τον όχλο ανθρωποφάγο,
55
κι όταν το που φαντάζεται για ένα λαό πως πλάθει
και πως υψώνει χτίσμα ζηλευτό
δε βρίσκει στων αποριχτών τριμμάτων το καλάθι
το τέλος του κι αυτό,
και νικητή τον κύβερνο, κι όπου τον αγναντέψει,
60
σκληρά του Αλκάντρου το ραβδί θα τονε σημαδέψει.
Μα ο θάνατος και τους Λυκούργους τους αποθεώνει,
κείνος χτίζει και γι’ αυτούς βωμούς;
Κι η δικαιοσύνη πάντα είναι μια δάφνη που φυτρώνει
στων τάφων τους αναπαμούς;
65
Αδικητής σου είναι κι ο θάνατος ακόμα!
Κανένα δε σου υψώσαμε βωμό στο μαύρο χώμα
που το ’βρεξε το αίμα σου, και μέσα στις καρδιές μας
κρύος στέκεσαι και ψευτοζείς μέσα στις θύμησές μας.
Στ’ άγιου τ’ Αγώνα πρόβαλες την αχνισμένη δύση
70
του ποθητού ξημερωμού προμήνυμα, και ακόμα
μπρος σου και η χώρα ολόγειρτη με το φιλί στο στόμα,
και ξάναψες του ονείρου της το ρηγικό μεθύσι.
Πρόβαλες, κελαηδήσανε πουλιά, λιώσανε πάγοι,
και στο χορό που χόρευαν οι κλέφτες τουρκοφάγοι
75
στάθηκες το μονάκριβο και τ’ άξιο παλικάρι,
τι δύναμη κι αρματωσιά του νου σου είχες τη χάρη.
Αλίμονο! Οι που δάμασαν της τούρκικης της λέρας
το μόλεμα, και πνίξανε το δράκοντα το τέρας,
ανήμπορη η παλικαριά τ’ άγιου τ’ Αγώνα εστάθη
80
να πνίξει φοβερότερους δρακόντους, τ’ άγρια πάθη,
και μάρανε τη δάφνη μας και ντρόπιασε τη νίκη
του σκοτωμού σου η φρίκη!
Η λευτεριά, υποταχτική του νόμου μόνο αξαίνει,
μπορεί και με των πονηρών το αίμα ποτισμένη,
85
μα των ηρώων της αρετής το αίμα σα ρουφάει,
το αίμα φαρμάκι θα γενεί και οχιά και θα τη φάει.
Και καθώς καίγονταν η γη και χόρτο δε γεννούσε
την ώρα που την πάταγε κι απάνω της περνούσε
ο Ούννος, α! σε τέτοια γη που τέτοιον αίμα βρέχει
90
ποτέ ο βλαστός της προκοπής ανθοβολιά δεν έχει.
Τιμή στο αρμονικό νησί, τιμή στην Κέρκυρά σου
που ανάστησε στο μάρμαρο την τίμια ζωγραφιά σου!
Κι αν των αρχαίων καλών καιρών ζούσεν Εσέ η Πατρίδα,
στης χρυσελεφαντένιας Αθηνάς του την ασπίδα
95
θα σκάλιζε το πρόσωπό σου η σμίλη ενός Φειδία,
θα δόξαζε το γένος σου Πινδαρική υμνωδία,
θα σου κρατούσε ο Πλούταρχος τόπο στην εκκλησιά του
ανάμεσα στο Σόλωνα και στο Φωκίωνά του.
Σε λησμονήσαμε εμείς και στ’ άδικο το μνήμα.
100
Για σε και η λύρα του ποιητή κακούργου έγινε κρίμα,
κατάρες και περίγελα σου σκόρπαε για τραγούδια
και τους σκληρούς φονιάδες σου ράντισε με λουλούδια.
Μα τα τραγούδια τ’ άδικα τα ρίχνει η ιστορία
στης λήθης τα βαλτώματα και στα νερά τα κρύα.
105
Σ’ ανάξια δίχτυα ο ποιητής να πιάνεται δεν πρέπει,
ο θεός της μέρας οδηγός τού γίνεται και σκέπη,
που ή την κιθάρα του χτυπά ή τη σαϊτιά του ρίχνει,
ψηλάθε και τον έρωτα και το θυμό τα δείχνει.
Δέξου το στου μαρμάρου σου τη δόξα τη χιονάτη
110
το ανήμπορο τραγούδι μου το αχνό, που αν τώρα κάτι
μπορεί, μονάχα το μπορεί, γιατί χωρίς το μίσος
τυφλό, χωρίς τη σαϊτιά φαρμακερή, περίσσος
λυρικός πόθος το γεννά και φέρνει το και φτάνει
μπρος στο άγαλμά σου να πλεχτεί στεφάνι, και λιβάνι
115
να λιώσει, και από μυστική φερμένη μάντισσα ώρα
στο βάθρο του να ονειρευτεί για τη φτωχή σου χώρα
τον άντρα τον αγνώριστο, τον άφταστο σωτήρα,
που θα ’χει το δικό σου φως, δε θα ’χει και τη μοίρα.

You might be interested in …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *